ΤO APPLE TV+ ΔΙΑΝΥΕΙ ΕΝΑΝ πολυάσχολο Μάρτιο. Ο «Ναπολέων» του Ρίντλεϊ Σκοτ ξεκινά την πορεία του στην πλατφόρμα, ενώ έκαναν πρεμιέρα δύο πολύ φιλόδοξες σειρές, η κομεντί Palm Royale με την Κρίστεν Γουίγκ και τη Λόρα Ντερν, και το ιστορικό δράμα εποχής Manhunt, μια σειρά που θα μπορούσε να εμφανιστεί μόνο στο Apple TV+, με θέμα την καταδίωξη του δολοφόνου του Προέδρου Λίνκολν, Τζον Γουίλκς Μπουθ.

Είχε προηγηθεί τον Φεβρουάριο η πρεμιέρα στην πλατφόρμα της ταινίας του Μάρτιν Σκορσέζε «Οι δολοφόνοι του ανθισμένου φεγγαριού», η οποία ήταν υποψήφια για πολλά Όσκαρ, αλλά δεν κέρδισε κανένα – μια ταινία που απέφερε 137 εκατομμύρια δολάρια έναντι προϋπολογισμού 200 εκατομμυρίων δολαρίων.

Για τα περισσότερα στούντιο, αυτή θα ήταν μια στιγμή βαθιάς περισυλλογής. Αλλά στις αρχές Φεβρουαρίου, τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου της Apple είδαν την εταιρεία να σημειώνει έσοδα ύψους 119,6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, αυξημένα κατά 2% σε σχέση με πέρυσι. Η εταιρεία διαθέτει 162 δισεκατομμύρια δολάρια στην τράπεζα και σήμερα η αξία της εκτιμάται στα 2,7 τρισεκατομμύρια δολάρια. Με τόσα χρήματα, μπορεί να απορροφήσει τον πόνο από τις ζημιές.

Αστέρες και δημιουργοί κάνουν ουρά για να συνεργαστούν μαζί τους, όπως ακριβώς έκαναν με το HBO τη δεκαετία του 2010. Πρόκειται για ένα ασφαλές, μη παρεμβατικό και εξαιρετικά προσοδοφόρο σπίτι. Η εταιρεία δαπανά 1 δισεκατομμύριο δολάρια ετησίως για ταινίες που προορίζονται για τους κινηματογράφους και 6,5 δισεκατομμύρια δολάρια για τηλεοπτικό πρόγραμμα. Η Apple αγοράζει επίσης παραγωγές που άλλοι δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά. Το Masters of the Air βρισκόταν στο HBO από το 2013, αλλά το 2019 η Apple το απέκτησε όταν το HBO δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στο κόστος των 250 εκατομμυρίων δολαρίων που απαιτούσε η παραγωγή της σειράς.

Για φέτος, μεταξύ πολλών άλλων, έχουν προγραμματιστεί να προβληθούν παραγωγές όπως το Franklin με τον Μάικλ Ντάγκλας, ένα πολυτελές δράμα εποχής με θέμα τις προσπάθειες του Μπέντζαμιν Φράνκλιν να πείσει τη Γαλλία να αναγνωρίσει τις νεοσύστατες ΗΠΑ, ένα θρίλερ περιωπής που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Αλφόνσο Κουαρόν με την Κέιτ Μπλάνσετ, τον Κέβιν Κλάιν και τον Σάσα Μπάρον Κόεν, μια αστυνομική σειρά μυστηρίου με τον Κόλιν Φάρελ, ένα νομικό δράμα με τον Τζέικ Γκίλενχαλ.

Από την άλλη πλευρά όμως, το κοινό δεν φαίνεται ιδιαίτερα θερμό. Ενώ η Apple δεν έχει δημοσιεύσει επίσημους αριθμούς συνδρομητών από το 2019, οι εκτιμήσεις για τις ΗΠΑ κάνουν λόγο για περίπου 15 με 20 εκατομμύρια σε σύγκριση με τα 80 εκατομμύρια του Netflix. Υπάρχει επίσης πρόβλημα αναγνωρισιμότητας του εμπορικού σήματος της πλατφόρμας, όπως κατέστη σαφές από μια έρευνα του 2023 που διεξήγαγε ο ιστότοπος Puck, ο οποίος ασχολείται με εμπιστευτικές πληροφορίες του κλάδου, διαπιστώνοντας ότι πάνω από το 20% των τηλεθεατών που παρακολούθησαν το Ted Lasso δεν είχαν ιδέα ποιος το έφτιαξε.

Αυτό δεν οφείλεται στο ότι φτιάχνει κακές σειρές. Ωστόσο, παρά την ποιότητα, η συντριπτική πλειονότητα των τίτλων του Apple TV+ δεν έχει εισχωρήσει στο σύγχρονο zeitgeist. Θυμάται κανείς το Roar με τη Νικόλ Κίντμαν; Τον Τομ Χανκς να γράφει και να πρωταγωνιστεί στο Greyhound, ως ένας διοικητής του Πολεμικού Ναυτικού που έχει αναλάβει να υπερασπιστεί τα συμμαχικά πλοία από τα γερμανικά υποβρύχια; Τι λέτε για το The Crowded Room, με πρωταγωνιστή τον Τομ Χόλαντ ως ασθενή με διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας; Ή τον Τομ Χίντλεστον στο λογοτεχνικό θρίλερ εποχής The Essex Serpent; Τη Μέριλ Στριπ στο φουτουριστικό οικολογικό δράμα Extrapolations; Μάλλον όχι. Το Suspicion με την Ούμα Θέρμαν; Αυτό ακυρώθηκε μετά τον πρώτο του κύκλο, τον οποίο δεν είδε σχεδόν κανείς. Το High Desert από την άλλη, με την Πατρίσια Αρκέτ, κόπηκε λίγες μέρες μετά την πρεμιέρα του.

Γιατί η Apple πετάει τόσα πολλά χρήματα σε παραγωγές που κανείς σχεδόν δεν βλέπει;
Η Ούμα Θέρμαν στο «Suspicion», που ακυρώθηκε μετά τον πρώτο του κύκλο, τον οποίο δεν είδε σχεδόν κανείς.

Αυτή θα μπορούσε να αποτελεί μια κλασική στρατηγική που εφαρμόζουν οι υπηρεσίες streaming – ξεκινάς με μια προσφορά υψηλού επιπέδου και στη συνέχεια μειώνεις την ποιότητα καθώς μεγαλώνεις σε περιεχόμενο. Είναι στο DNA της τηλεόρασης αυτή η μέθοδος, για προφανείς λόγους, υποστηρίζει ο Alan Wolk, συνιδρυτής της νεοϋορκέζικης εταιρείας αναλύσεων μέσων ενημέρωσης TVREV, ανακαλώντας και μια διάσημη συμβουλή που είχε λεχθεί κάποια στιγμή προς το Netflix: «σταματήστε να κάνετε παραγωγές υψηλού κύρους που κανείς δεν θέλει να δει».

Αλλά το Apple TV+ δεν είναι μια απλή πλατφόρμα streaming. «Η Apple είναι βασικά μια εταιρεία παραγωγής τηλεφώνων και η ανάπτυξή της προήλθε από την πώληση iPhone, όλο και περισσότερων και πιο ακριβών iPhone, μέχρι που πριν από μερικά χρόνια συνειδητοποίησε ότι το ένα δισεκατομμύριο των πλουσιότερων ανθρώπων στον κόσμο έχουν iPhone», εξηγεί ο Tom Harrington, αναλυτής της Enders Analysis. «Έχουν χτυπήσει ταβάνι δηλαδή και πρέπει να αναζητήσουν αλλού την ανάπτυξη, οπότε η επόμενη μεγάλη κίνησή τους έχει να κάνει με το πώς θα αξιοποιήσουν αυτήν τη βάση. Αποφάσισαν λοιπόν ότι η απάντηση βρίσκεται στην παροχή υπηρεσιών σ’ αυτό το δισεκατομμύριο των ανθρώπων».

Γιατί η Apple πετάει τόσα πολλά χρήματα σε παραγωγές που κανείς σχεδόν δεν βλέπει;
Ο Τομ Χόλαντ στο «The Crowded Room».

Η στρατηγική της Apple με το Apple TV+ είναι διττή και μερικές φορές οι άνθρωποί της προσπαθούν να επικεντρωθούν στη μία ή την άλλη πλευρά. Από τη μία πλευρά, με την ύπαρξη συνδρομών για τηλεόραση, μουσική ή παιχνίδια, ο στόχος είναι να πουλήσει περισσότερα iPhone. Όμως οι πωλήσεις iPhone και iPad έχουν επιβραδυνθεί εδώ και χρόνια και οι πελάτες κρατάνε τα κινητά τους τηλέφωνα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οπότε ο δεύτερος στόχος είναι η δημιουργία εσόδων από συνδρομές.

Το Apple TV+ είναι διαθέσιμο στην εφαρμογή Apple TV. Αυτό περιλαμβάνει επίσης τα Prime Video, Disney+, ITVX, Now, Paramount+ και BFI Player, μεταξύ άλλων, καθώς και την ενοικίαση και αγορά ταινιών iTunes. Η Apple φέρεται να λαμβάνει το 30% από κάθε συνδρομή που καταβάλλεται σε άλλους παρόχους streaming, εάν κλικάρει κανείς μέσω της εφαρμογής Apple TV. Το Apple TV+ είναι αυτό που παρέχει αποκλειστικό περιεχόμενο και αποτελεί έναν στρατηγικό λόγο για να παραμείνει ο πελάτης στην Apple και την Apple One. Για να το πετύχει αυτό όμως, η πλατφόρμα πρέπει να έχει ελκυστικό για το κοινό περιεχόμενο.

Ο αναλυτής της Barclays, Tim Long πιστεύει ότι το Apple TV+ συνεισφέρει το 2% των εσόδων της Apple από υπηρεσίες. Η εταιρεία έχει την οικονομική ευχέρεια να δοκιμάζει και να μαθαίνει. Αλλά τα στελέχη της Apple θα πρέπει, κάποια στιγμή, να δικαιολογήσουν στους ιθύνοντες της Γουόλ Στριτ γιατί συνεχίζουν να επενδύουν σε ακριβό και premium περιεχόμενο, όταν ένα στοίχημα αξίας 250 εκατομμυρίων δολαρίων στην ταινία του Σκορσέζε δεν απέδωσε ούτε ένα Όσκαρ.

ΠΗΓΗ: Lifo.gr (Με στοιχεία από The Telegraph)