«They ‘re all gonna laugh at you», προειδοποιεί η θρησκόληπτη, καταπιεστική μάνα την έφηβη, τηλεκινητική Κάρυ, προτρέποντας τη να αποφύγει τον χορό αποφοίτησης του σχολείου της. Εκείνη θα την αγνοήσει και, για λίγη ώρα, θα νιώσει πόσο ωραία θα μπορούσε να είναι η ζωή γύρω της, για να διαπιστώσει στη συνέχεια πως όλα ήταν μια καλοστημένη φάρσα. Η εφιαλτική σεκάνς που θα ακολουθήσει είναι όχι μια βάναυση εκδοχή του Καθαρτηρίου, μα ένα εκτεταμένο διαφημιστικό σποτ μιας Κόλασης επί Γης, όπου αθώοι κι ένοχοι θα σταλούν ανεξαιρέτως σε πυρωμένη τιμωρία, επειδή η Κάρι έχει διδαχτεί μόνο τον τρόπο της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά κι επειδή αυτός ο κόσμος δεν ευνοεί (και μάλλον ούτε και θέλει) άλλον δρόμο.

Όλα αυτά στη θαυμάσια ταινία τρόμου που σκάρωσε ο Μπράιαν Ντε Πάλμα βασισμένος στο ομώνυμο βιβλίο του Στίβεν Κινγκ, το οποίο μόλις συμπλήρωσε 50 χρόνια από την κυκλοφορία του. Αφήνοντας πίσω του τη μεταγραφή των μοντερνισμών της νουβέλ βαγκ επί αμερικανικού εδάφους, ο Ντε Πάλμα έδωσε ένα πρώτο δείγμα των ικανοτήτων του στο σινεμά του τρόμου με το «Sisters» και σε εκείνο της αγωνίας με το χιτσκοκικό «Obsession». Στην «Carrie» θα τα συνδυάσει και τα δύο και θα γυρίσει την ταινία που τον τοποθέτησε ανάμεσα στους κορυφαίους δημιουργούς είδους της εποχής. Ουσιαστικά ήταν η πρώτη του μεγάλη επιτυχία στα ταμεία, μια επιτυχία που έπαιξε καθοριστικό ρόλο και στη διόγκωση του φαινομένου «Στίβεν Κινγκ». Μέχρι την κυκλοφορία της ταινίας το βιβλίο είχε πουλήσει μεν δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα, γι’ αυτό άλλωστε μεταφέρθηκε και στο σινεμά, ωστόσο ήταν η δημοφιλία της κινηματογραφικής μεταφοράς που εκτόξευσε τις πωλήσεις στα ύψη, αυξάνοντας παράλληλα και το ενδιαφέρον για περισσότερο υλικό από τον Στίβεν Κινγκ. Όπως θα δήλωνε ο συγγραφέας «το βιβλίο έφτιαξε την ταινία, αλλά και η ταινία έφτιαξε το βιβλίο», αναγνωρίζοντας τη συνδρομή της στη συγκρότηση του μύθου του. Και πρόκειται όντως για μια εξαιρετική μεταφορά Κινγκ στο σινεμά.

Ο Ντε Πάλμα βρίσκει τη χρυσή τομή ανάμεσα στον τρόμο και στο σαρκαστικό χιούμορ που διακρίνει το έργο του συγγραφέα. Η ροπή του προς το γκροτέσκο παντρεύεται ιδανικά με το γλαφυρό, καταδεικτικό όραμα του συγγραφέα, γεννώντας ένα σχεδόν υπερβατικό «τέρας» στο πρόσωπο της μάνας – η εξαιρετική, υποψήφια για Όσκαρ Πάιπερ Λόρι. Η σκηνοθετική βιρτουοζιτέ του παράγει σκηνές ανθολογίας. Η σεκάνς του χορού συνιστά ανεπανάληπτο επίτευγμα εκκρεμότητας και κλιμακούμενης αγωνίας. Ο τεμαχισμός της δράσης ανάμεσα στην Κάρι που, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της, περνά υπέροχα και στην προετοιμασία του σχεδίου ταπείνωσής της επιτείνει την αγωνία, πέραν αυτού, όμως, λειτουργεί και ως πικρό σχόλιο για την αναποδιά που, εν αγνοία σου, χτίζεται μεθοδικά και σε περιμένει στη γωνία, ακριβώς τη στιγμή που νομίζεις πώς επιτέλους προσέγγισες τον προσωπικό σου παράδεισο – στο σημείο αυτό το ειδικό γίνεται συλλογικό και βρίσκουμε περισσότερα κοινά σημεία με την Κάρι. Και βέβαια, ας μην ξεχνάμε και το απότομο ξάφνιασμα του φινάλε. Πρόκειται για ένα από τα κορυφαία jump scares στην ιστορία του μέσου, το οποίο θα γνωρίσει εκατοντάδες μιμητές στο κινηματογραφικό μέλλον και φροντίζει να θυμάσαι την Κάρι κάποια βράδια που ξυπνάς έντρομος και ιδρωμένος

ΠΗΓΗ:cinemagazine.gr